Όταν γινόμαστε γονείς δίνουμε την υπόσχεση στον εαυτό μας ότι θα αναπτύξουμε μια ισχυρή σχέση με το παιδί μας που δύσκολα θα μπορεί να διαταραχθεί.
Στην πορεία συνειδητοποιούμε ότι η καλή επικοινωνία μαζί του δεν είναι τόσο απλή υπόθεση όσο πιστεύαμε. Είναι ένας αγώνας που ξεκινά από την παιδική ηλικία και συνεχίζεται αρκετά χρόνια μετά.
Το παιχνίδι όμως της επικοινωνίας δεν παίζεται επί ίσοις όροις.
Το παιδί δεν γνωρίζει από όρια, από «όχι» και « δεν πρέπει». Κι εμείς καλούμαστε όχι μόνο να του μάθουμε τα «πρέπει» και τα «μη», αλλά να του εξηγήσουμε και τους λόγους.
Αυτό απαιτεί χρόνο και υπομονή που συνήθως ως γονείς δεν έχουμε.
Πόσες φορές δεν έχουμε απαντήσει αυτόματα σε μια από τις ερωτήσεις του με ένα ξερό «όχι» ή «ναι», χωρίς περαιτέρω εξηγήσεις;
Ακόμα και στα επίμονα «γιατί», σπάνια δίνουμε επαρκείς απαντήσεις, είτε γιατί δεν έχουμε τι να πούμε είτε γιατί είμαστε κουρασμένοι και δεν βρίσκουμε το κουράγιο να συνεχίσουμε την κουβέντα.
Όμως αυτές οι τόσο απλές και μονολεκτικές απαντήσεις αρκούν για να υψώσουν έναν τοίχο απογοήτευσης κάνοντας το παιδί να νιώθει ότι δεν αξίζει της προσοχής μας.
Και επέρχεται η σύγκρουση. Συναισθηματική αλλά και λεκτική. Με ξεσπάσματα έντονα ή μεγάλα διαστήματα σιωπής.
Ως γονείς λοιπόν δεν πρέπει να αφήσουμε αυτή τη σιωπή να γιγαντωθεί. Πρέπει να βοηθήσουμε το παιδί να νιώσει αποδοχή, να του εξηγήσουμε ότι είμαστε εκεί, δίπλα του, πρόθυμοι να το ακούσουμε και να το στηρίξουμε.
Ίσως χρειαστεί να επιστρατεύσουμε διαφορετικές μεθόδους και τακτικές προκειμένου να αντιληφθεί τον τρόπο που σκεφτόμαστε και να κατανοήσει όσα του λέμε.
Το να μπορέσουμε λοιπόν να ακούσουμε το παιδί μας και να επικοινωνήσουμε ουσιαστικά μαζί του, είναι και η μεγαλύτερη πρόκληση. Γιατί το ζήτημα δεν είναι να λέμε, και εσφαλμένα να πιστεύουμε, ότι μιλάμε με το παιδί μας, αλλά με ποιο τρόπο γίνεται ο διάλογος.
Το ύφος, οι εκφράσεις του προσώπου μας ακόμα και η στάση του σώματός μας μαρτυρούν αν πραγματικά έχουμε τη διάθεση να επικοινωνήσουμε με ειλικρίνεια μαζί του.
Δεν γίνεται να μιλάμε με το παιδί μας και παράλληλα να ρίχνουμε κλεφτές ματιές στο κινητό ή να μην το αφήνουμε να ολοκληρώσει, βγάζοντας την …ετυμηγορία γιατί βιαζόμαστε.
Επικοινωνώ λοιπόν με το παιδί μου σημαίνει ότι έχω όλη την καλή διάθεση να το ακούσω και κυρίως να το βοηθήσω. Ακόμα και όταν αντιδρά , φωνάζει ή δεν θέλει να μας ακούσει ίσως είναι ο δικός του τρόπος να μας πει ότι περίμενε πολύ περισσότερα από εμάς και σίγουρα μεγαλύτερη προσοχή.
Αν θέλουμε λοιπόν να αναπτύξουνε μια ουσιαστική σχέση με το παιδί μας, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε να του λέμε σημαντικές φράσεις όπως, «σ’ αγαπώ γι΄αυτό που είσαι», « ξέρω ότι θα προσπαθήσεις», «είσαι τόσο σημαντικός στη ζωή μου».
Απλές φράσεις που όμως βοηθούν το παιδί να πιστέψει στον εαυτό του γνωρίζοντας ότι οι γονείς του το αγαπούν γι΄αυτό που είναι. Το συγκεκριμένο συναίσθημα λειτουργεί απελευθερωτικά μέσα του αφού μπορεί να μας εμπιστευτεί και να μας μιλήσει για κάθε τι που το απασχολεί.
Και κάπως έτσι “χτίζουμε” την επικοινωνία σε στέρεες βάσεις…
Παπανικολάου Νίκη
Δημοσιογράφος
www.mothersblog.gr